Η Ελλάδα βαδίζει αισίως στον 7ο χρόνο οικονομικής κρίσης που έχει γεννήσει μυριάδες προβλήματα. Μεταξύ πολλών είναι η επιλεκτική αγορά προϊόντων και η αναγκαστική στροφή προς το οικονομικότερο και αμφιβόλου ποιότητας. Ενώ το γεγονός είναι γενικό και αφορά πολύ σπουδαιότερα και χρήσιμα αγαθά εμείς εδώ θα επικεντρωθούμε στο αγαπημένο μας, την μπύρα. Στην χώρα καλώς ή κακώς έχουν ευδοκιμήσει το ομολογουμένως εξαιρετικό κρασί και τοπικό τσίπουρο με την μπύρα να προσπαθεί να κερδίσει μια θέση στον ήλιο, πράγμα πολύ δύσκολο αφού στερούμαστε ολοκληρωτικά κουλτούρας γύρω απο το αντικείμενο. Όπως διάβασα πολύ εύστοχα, σε ένα άρθρο του 2010 σκαλίζοντας πηγές, η μπύρα μπορεί κάλλιστα να παρουσιαστεί ως:
το παγωμένο ποτήρι ενός ξανθού ημι-αφρίζοντος υγρού που έχει σκοπό να τον ξεδιψάσει κατά το διάστημα των ζεστών μηνών του έτους και μάλιστα με οικονομικό τρόπο.
Με γνώμονα τον παραπάνω ''ορισμό'', που αντιπροσωπεύει την εικόνα σχεδόν απόλυτα, καταλαβαίνουμε πως η αντιμετώπιση που δίνουμε στο συγκεκριμένο προϊόν είναι μακριά και απο την πραγματική αξία του. Βέβαια σε σχέση με το 2010 το τοπίο γέρνει ελαφρώς προς το καλύτερο με αρκετές ουσιαστικές κινήσεις προς καλυτέρευση του αλλά ο ''αγώνας'' παραμένει μακρύς. Αντιλαμβανόμαστε αμέσως πως ο νέος, φιλόδοξος μικροζυθοποιός έχει να αντιμετωπίσει πριν καλά καλά ξεκινήσει την επιχείρησή του σημαντικά ερωτήματα. Αυτός θα είναι και ο σκοπός αυτού του άρθρου, να αναλύσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει απο την στιγμή που θα ξεκινήσει τον ''μαραθώνιο'' του μέχρι την τοποθέτηση του προϊόντος του στα ράφια της αγοράς. 

Τα τελευταία χρόνια που ασχολούμαι επισταμένα με το θέμα της μπύρας έχω διαπιστώσει πως το καταναλωτικό κοινό σκέφτεται έντονα να δώσει τα χρήματα του σε ένα μπουκάλι μπύρας των 330ml, της τάξεως των 2,5-3 ευρώ. Το δίλημμα γίνεται εντονότερο όταν αφορά Ελληνική ετικέτα και μάλιστα εξοργίζεται με την τιμή που την χαρακτηρίζει ως ''πανάκριβη''. Η αλήθεια είναι ότι ο αγοραστής δεν γνωρίζει τίποτα σχετικά με το πως κατέληξε στα ράφια το προϊόν με την προαναφερθείσα τιμή. Παρακάτω θα δούμε πολλά αγκάθια απο το απλό ξεκίνημα που δεν επηρεάζει άμεσα την τελική τιμή μέχρι καταστάσεις που δεν έχουμε υποψιαστεί.

Η εύρεση χώρου και η εξασφάλιση άδειας λειτουργίας αποτελούν τα πρώτα εμπόδια στην κούρσα με ταυτόχρονες γραφειοκρατικές διαδικασίες να ''τρέχουν'' παράλληλα. Επειδή ο κλάδος της ζυθοποιίας είναι προσφάτως αναπτυσσόμενος στην χώρα μας οι κρατικοί φορείς, κυρίως της επαρχίας, αγνοούν τις προβλεπόμενες ενέργειες που απαιτούνται για αυτό το εγχείρημα. Μη γνωρίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά καθυστερούν στο στήσιμο της επιχείρησης. Στον ίδιο χρόνο πολεοδομία, διεύθυνση βιομηχανίας, υγειονομικό και άλλα περιμένουν με την σειρά τους. Όταν λοιπόν έχουν επενδυθεί χρήματα σε κάποιο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ οι διαδικασίες πιέζουν ώστε να επιστραφεί μέρος του ποσού προς συνέχιση των διαδικασιών καθώς ενοίκιο-ΔΕΚΟ-ΤΕΒΕ κτλ έχουν ξεκινήσει ήδη να λεηλατούν την τσέπη του ιδιοκτήτη.


Σειρά στο τελωνείο και το χημείο του κράτους. Οι τελωνειακοί οφείλουν να έρθουν στο χώρο του ζυθοποιείου (που σε περιπτώσεις πληρώνονται εξτρά απο τους ιδιοκτήτες διότι απασχολούνται εκτός γραφείου!!!) να πραγματοποιήσουν ογκομετρικές μετρήσεις για το Χημείο ώστε να ''βγάλει'' το plato. Σε αυτή την φάση προκύπτουν ο ΕΦΚ (απο τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη) και ο ΦΠΑ που πρέπει να πληρωθούν προκαταβολικά πριν ακόμα πουληθεί ούτε μια φιάλη. Και μιας και μιλάμε για φόρους υπάρχει ακόμα ο Φόρος Εισοδήματος και ο Φόρος Δήμου (10% έπι του ΕΦΚ) προς ενίσχυση της ευαισθητοποίησης των πολιτών σχετικά με την ανακύκλωση των απορριμμάτων που παράγονται από την κατανάλωση μπύρας.


Συνεχίζοντας και αφού έχει φτάσει στις εγκαταστάσεις ο απαιτούμενος εξοπλισμός και έχουν γίνει οι απαραίτητες εργασίες (ηλεκτρικές-ηλεκτρονικές-υδραυλικές-ενεργειακές κ.α) φτάνει η ώρα να παρασκευαστεί επιτέλους μπύρα! Χρειάζονται πρώτες ύλες. Ευτυχώς το θέμα της βύνης είναι λυμένο (εν μέρει) διότι η Ζυθοποιία Μακεδονίας-Θράκης με το βυνοποιείο προμηθεύει σε ικανοποιητικό βαθμό τις απαιτήσεις των μικροζυθοποιών αν και υπάρχει και η λύση του εξωτερικού μέσω αποκλειστικών εισαγωγέων. Το πρόβλημα όμως αποτελεί ο λυκίσκος διότι η τιμή της εκάστοτε ποικιλίας εξαρτάται απο πολλούς παράγοντες (κυρίως πληρότητας) με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται συνεχώς. Αυτό έχει ως αντίκτυπο να αναγκάζονται να εξασφαλίσουν παραγγελία με ευνοϊκότερη τιμή μιας πιθανής αυξανόμενης στο μέλλον. Άρα ενώ μπορεί να υπάρχει στις αποθήκες λυκίσκος (ως περίσσευμα) να αγοράζεται καινούργια παρτίδα στην τιμή της εποχής και να ξοδεύονται χρήματα ''μπροστά''.

Όταν παρασκευαστεί η πολυπόθητη φρέσκια, αφιλτράριστη και απαστερίωτη μπύρα με πολλά κιλά λυκίσκου και σε πολλές περιπτώσεις πάνω απο μια βύνη θα πρέπει ως φρέσκο προϊόν να διατηρηθεί. Από την δεξαμενή ωρίμανσης θα μεταφερθεί στην δεξαμενή εμφιάλωσης όπου αφού εμφιαλωθεί να μπει σε ψυκτικό θάλαμο έως το ταξίδι στα ράφια. Όλο αυτό απαιτεί εξτρά χώρο εγκατάστασης, εξασφάλιση ψύξης και σπατάλη επιπρόσθετης ενέργειας. Και μιας και μιλήσαμε για μεταφορά άλλο ένα αγκάθι έρχεται κατά μέτωπο. Το δίκτυο διανομής και διακίνησης προϊόντος. Είναι γνωστό ότι για μικροζυθοποιούς αυτού του βεληνεκούς είναι αδύνατο να προωθήσουν το προϊόν τους εκτός νομού δραστηριότητας τους χωρίς τη συμμετοχή κάποιου μεσάζοντα-χονδρεμπόρου. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής είναι ότι το προϊόν φτάνει σε άλλες αγορές, Αθήνα-Θεσσαλονίκη κλπ, με αυξανόμενη τιμή από ότι πωλείται στην τοπική αγορά δραστηριότητας της μικροζυθοποιίας. Με απλά λόγια το κέρδος του μεσάζοντα είναι μεγαλύτερο από το κέρδος του μικροζυθοποιού. Και φυσικά οι μεταφορές γίνονται με επιβάρυνση της μικροζυθοποιίας που παίρνει το ρίσκο σε τι χέρια θα πέσει το εμπόρευμά της και πως θα αποθηκευτεί και θα διατηρηθεί ως την πώληση. Τέλος η έλλειψη τεχνογνωσίας και υλικοτεχνικής υποδομής κινείται σε χαμηλά επίπεδα και είναι απίστευτα δύσκολο να βρεθεί ο «ειδικός» ο οποίος θα δώσει λύση σε προβλήματα που προκύπτουν στην παραγωγή και στη λειτουργία μιας μικροζυθοποιίας. Πολλές φορές η επικοινωνία με ανθρώπους στο εξωτερικό που είναι πιο καταρτισμένοι είναι αναπόφευκτη. Σε επιπρόσθετες υποχρεωτικές ανάγκες όπως e-shop, στήσιμο website, νομικό σύμβολο και επιθυμία οποιασδήποτε μορφής διαφήμιση ας μην μιλήσουμε καλύτερα.

Αντιλαμβάνεστε πως ο Έλληνας μικροζυθοποιός έρχεται αντιμέτωπος με ένα σχεδόν ακατόρθωτο εγχείρημα όταν προσπαθώντας να προσφέρει κάτι εξαιρετικά ποιοτικό αντιμετωπίζει τον τοίχο των μεγαθήριων του κλάδου αλλά και την δυσπιστία του καταναλωτικού κοινού. Το παιχνίδι στην κατανομή του κέρδους είναι πολύ σκληρό και ανεξαρτήτως αν τα μικροζυθοποιία είναι περίπου 30 στον αριθμό η ανακατανομή της ''πίτας'' δεν δείχνει να μεταβάλλεται. Ένα ακόμα κομμάτι στο ατελείωτο παζλ δυσκολιών είναι και οι συνεχείς εισαγωγές μπυρών απο πρωτοκλασσάτες χώρες του εξωτερικού που καθιστούν την επιλογή στα ράφια ακόμα δυσκολότερη στρέφοντας τον κόσμο είτε στο ξένο προϊόν ή στις προσφορές που επιδεικνύουν οι ''μεγάλοι'' που μοιάζουν πάμφθηνα σε σύγκριση με το μπουκάλι του εκάστοτε μικροζυθοποιού. Δυστυχώς είμαστε από τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο που η πρώτη σε κατανάλωση μπύρα της δεν είναι εγχώρια. Για την ακρίβεια ούτε η δεύτερη ούτε η τρίτη. Αυτή είναι και η αντιφατικότητα της ελληνικής νοοτροπίας. Παρότι ευαγγελίζουμε τον τόπο μας και τα προϊόντα του, επιλέγουμε να αναδεικνύουμε σταθερά τα ξένα, ακόμα και όταν τα δικά μας δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν. Αυτό είναι κάτι που προβληματίζει γιατί βλέπουμε ότι διαχρονικά οι Έλληνες πίνουν τις συγκεκριμένες μπύρες που τους διαφημίζουν χωρίς να υπάρχει διάθεση αναζήτησης. Τα τελευταία χρόνια βέβαια κάτι έχει αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα. Υπάρχουν πλέον αρκετές μικροζυθοποιίες οι οποίες παράγουν εξαιρετικές μπύρες και αρχίζουν να διεκδικούν μερίδιο στην αγορά και στις προτιμήσεις των Ελλήνων καταναλωτών.

Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν παραμένει: Να βράσω μια μπύρα με ιδιαίτερη εκλεπτυσμένη συνταγή που η πωλητήρια της εξέλιξη είναι αμφίβολη ή μια κλασσική γεύση που βρίσκεται πλησιέστερα στα γούστα του κόσμου; Επειδή η ερώτηση δεν θα απαντηθεί, όσοι πιστοί και ενημερωμένοι με το αντικείμενο την επόμενη φορά που κάποιος χαρακτηρίσει την τιμή μιας Ελληνικής craft μπύρας πανάκριβη να του εξηγήσετε κάποια βασικά δεδομένα που ίσως αγνοεί. Μπορεί να μην αλλάξει τίποτα αλλά έστω και λίγοι να σκεφτούν διαφορετικά και να αντιληφθούν την πραγματικότητα αυτό μπορεί να αντιστραφεί στο τέλος θετικά!
Axact

Παναγιώτης Στεφανιδάκης

Λάτρης της ποιοτικής μπύρας, διαδίδω το πάθος μου μέσω του Beeroskopio! Super User στο Untappd, homebrewer και αρθρογράφος του Συλλόγου Ερασιτεχνών Ζυθοποιών Ελλάδος δοκιμάζω συνεχώς νέες μπύρες να διευρύνω την γευστική μου παλέτα! Θα χαρώ να επικοινωνήσω μέσω social media ή στο stef82gr@hotmail.com σε οποιαδήποτε απορία σχετικά με τον κόσμο του ζύθου.

Post A Comment:

0 comments: