Στον απόηχο της γιορτής του αγίου Πατρίκιου η οποία γιορτάζεται με επισημότητα στις 17 Μαρτίου σε πολλές χώρες, περισσότερο βέβαια στην Ιρλανδία, ένα μόνο μένει στο νου και αυτό είναι η μπίρα Guinness! Γεννημένη εδώ και περισσότερα από διακόσια χρόνια, η μαύρη μπίρα του Γκίνες ήταν ωστόσο πολλά περισσότερα από μια ιδιωτική πρωτοβουλία πλουτισμού, κάτι που για να φανεί πρέπει να συζητηθούν οι ιδιαίτερες συνθήκες του συγκεκριμένου ιστορικο-πολιτισμικού πλαισίου.

Φανταστείτε λοιπόν έναν νεαρό και φέρελπι ζυθοποιό στο Δουβλίνο. Το όνομά του είναι Άρθουρ Γκίνες, γιος του επιστάτη του επισκόπου της πόλης, ο οποίος φτιάχνει μπίρα. Και τη φτιάχνει για να κάνει καλό στους συμπολίτες του! Βαθύτατα θρησκευόμενος και καλός χριστιανός, ο Γκίνες έζησε σε μια εποχή που κανείς δεν καταλάβαινε τους μικρο-οργανισμούς και το πώς μεταδίδονται οι αρρώστιες. Κι έτσι ο κόσμος συνήθιζε να πίνει νερό από τους ίδιους χώρους που εναπόθετε τα σκουπίδια του και τα λύματα των πόλεων. Χωρίς να το γνωρίζει, ο άνθρωπος μόλυνε τις λίμνες και τα ποτάμια γύρω από τις πόλεις όπου ζούσε και πέθαινε πια από ανεξήγητες παθήσεις. Κι έτσι δεν ήταν ασυνήθιστο ο άνθρωπος να αποφεύγει το νερό, όπως έκαναν άλλωστε οι Δουβλινέζοι στην εποχή του Γκίνες, στρεφόμενοι αποκλειστικά στα αλκοολούχα ποτά, μια ολόκληρη εποχή δηλαδή που οι ιστορικοί ονομάζουν σήμερα «η τρέλα του τζιν».

Η κυβέρνηση είχε ήδη απαγορεύσει την εισαγωγή αλκοόλ από το 1689, κι έτσι οι πολίτες Ιρλανδίας και Βρετανίας ήταν υποχρεωμένοι να παράγουν όσο χρειάζονταν τοπικά. Η τρέλα του τζιν είχε μόλις ξεκινήσει, αφού σε κάθε έξι σπίτια που συναντούσες το ένα θα ήταν υποχρεωτικά παμπ, φέρνοντας το βαρύ μεθύσι στην καθημερινή επικράτεια. Κι έτσι, για να βοηθήσουν τη δοκιμαζόμενη κοινωνία να γιατρέψει τις πληγές της, κάποιοι στράφηκαν στη ζυθοποιία, καθώς η μπίρα είχε χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ, ήταν πιο ασφαλής λοιπόν για καθημερινή κατανάλωση, την ίδια ώρα που η ζύμωση και το αλκοόλ σκότωναν τα μικρόβια που έκαναν το νερό άκρως επικίνδυνο. Κάτι που ήξεραν εξάλλου εδώ και αιώνες οι μοναχοί, που ζύμωναν την μπίρα όπως κανείς άλλος. Το ίδιο έβαλαν λοιπόν σκοπό να κάνουν τώρα πολλοί, οραματιστές όπως ο Γκίνες δηλαδή που θα έμεναν στην Ιστορία για την κοινωνική προοπτική αλλά και την καλή τους δουλειά…

Ο Άρθουρ Γκίνες γεννιέται το 1724 ή το 1725 (28 Σεπτεμβρίου 1725, σύμφωνα με την ίδια τη ζυθοποιία Guinness) στην ιρλανδική ύπαιθρο (οικισμός Κέλμπριτζ) μέσα σε προτεσταντική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν επιστάτης στη φάρμα και άνθρωπος για όλες τις δουλειές του αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Ιρλανδίας, Arthur Price. Μια από τις καθημερινές ασχολίες του πατέρα ήταν να εποπτεύει το μικρό ζυθοποιείο του αρχιεπισκόπου, ο οποίος ζύμωνε μπίρα για να ευχαριστεί τους εργάτες της φυτείας του, κι έτσι ο μικρός Άρθουρ έρχεται αμέσως σε επαφή με το αλκοολούχο προϊόν, αφού βοηθούσε τον πατέρα του από τις πρώτες στιγμές της ζωής του. Αυτά ήταν τα παιδικά χρόνια του Άρθουρ, για τα οποία δεν υπάρχουν εξάλλου άλλες ασφαλείς πληροφορίες. Καθοριστική στιγμή στη ζωή του ήταν το 1752, όταν πέθανε ο αρχιεπίσκοπος (και νονός του), ο οποίος άφησε στη διαθήκη του τόσο στον πατέρα όσο και τον γιο 100 λίρες (σεβαστό ποσό για την εποχή). Ήταν η κληρονομιά που θα τα άλλαζε όλα…


Με τον μποναμά του γενναιόδωρου νονού, ο Άρθουρ νοικιάζει μια μικρή ζυθοποιία στο διπλανό χωριό (Leixlip) και αρχίζει να παρασκευάζει ale, κάτι που είχε μάθει να κάνει στο υπόγειο εργαστήριο του αρχιεπισκόπου. Οι δουλειές πάνε ικανοποιητικά και το 1759, σε ηλικία 34 ετών, αφήνει την επιχείρησή του στον μικρότερο αδερφό του έπειτα από τρία χρόνια λειτουργίας και μετακομίζει στην πρωτεύουσα, κυνηγώντας πια την τύχη του στο Δουβλίνο. Το κλίμα όμως για την ιρλανδική μπίρα μόνο ευνοϊκό δεν ήταν, καθώς ο αγγλικός ζύθος είχε χαμηλότερη φορολογία από τον ντόπιο, κάτι που είχε μαστίσει τον τομέα της ζυθοποιίας του Δουβλίνου. Όχι ότι αυτό θα αποθάρρυνε τον Άρθουρ, ο οποίος με τα λίγα κέρδη που είχε στην τσέπη του αποφασίζει να νοικιάσει ένα μικρό και ετοιμόρροπο αποστακτήριο στη φημισμένη σήμερα λόγω της Guinness περιοχή του Δουβλίνου St James’s Gate. Το συμβόλαιο, το οποίο υπογράφηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1759, του έδινε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του χώρου για 9.000 χρόνια (!), με ετήσιο μίσθωμα στις 45 λίρες. Την 1η Δεκεμβρίου είχε βάλει εξάλλου τη γνωστή υπογραφή του (φιγουράρει έκτοτε σε κάθε συσκευασία της μαύρης μπίρας του!) στα μητρώα ζυθοποιών του Δουβλίνου. Οχτώ χρόνια αργότερα, ήταν πια τόσο γνωστός και αξιοσέβαστος που θα υπηρετούσε στο σωματείο των ζυθοποιών από τη θέση του προέδρου. Η μετατροπή του παλιού αποστακτηρίου σε λειτουργική ζυθοποιία μόνο εύκολη δεν ήταν, τίποτα όμως δεν φαινόταν να πτοεί τον Γκίνες, ο οποίος ευχαριστούσε την καλή του τύχη για τη μεγάλη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε και βρήκε φτηνές εγκαταστάσεις για την επιχείρησή του.


Το 1761 παντρεύτηκε την Olivia Whitmore, μια κληρονόμο γνωστής οικογένειας της καλής τάξης, με την οποία απέκτησε 21 παιδιά (μόλις 10 θα έφταναν στην ενήλικη ζωή) και γέννησε έτσι τη δυναστεία των Γκίνες, η οποία θα έπαιρνε κατόπιν την ανάρπαστη τοπική μπίρα και θα την έκανε παγκόσμια μόδα. Επιστρέφοντας όμως στον Άρθουρ, αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη συνταγή που βγήκε από τη νέα του ζυθοποιία ήταν και πάλι η ale, ένα είδος μπίρας που το ήξερε άλλωστε καλά. Μέχρι τη δεκαετία του 1770 ωστόσο μια νέα κατηγορία μπίρας άρχισε να εισάγεται από το Λονδίνο στο Δουβλίνο, την οποία έβρισκαν ακαταμάχητη οι Δουβλινέζοι: ήταν η γνωστή σήμερα μαύρη μπίρα (εκεί την έλεγαν «porter»). Στον Άρθουρ άρεσε η νέα γεύση και αποφάσισε να δοκιμάσει να τη ζυμώσει στη μικρή του μονάδα. Η νέα δραστηριότητα αποδείχθηκε λοιπόν εξαιρετικά επιτυχημένη και μέχρι το 1794, την porter του Γκίνες την έβρισκες παντού στο Λονδίνο. Εικονογράφηση περιοδικού της εποχής δείχνει άντρα να πίνει μαύρη μπίρα και πίσω του υπάρχει ένα βαρέλι με την ετικέτα «Guinness». Αυτό ήταν, τα είχε καταφέρει! Κι έτσι, όταν το 1799 αποφάσισε ο Άρθουρ να διακόψει την παραγωγή της ale και να στραφεί αποκλειστικά πια στη μαύρη μπίρα με τον κρεμώδη αφρό, η Ιστορία έδειξε ότι είχε πάρει την απόλυτα σωστή απόφαση…

Ο Γκίνες ήταν ένας αποφασισμένος άνθρωπος που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη του, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τη λατρεμένη του ζυθοποιία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη ζωή και τον χαρακτήρα του είναι το περιστατικό του 1755. Βλέπετε η μίσθωση της ζυθοποιίας τού έδινε ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση στο ρυάκι δίπλα στο αποστακτήριό του, κάτι που θέλησε να ανακόψει το σωματείο των ζυθοποιών το 1775, στέλνοντας τον σερίφη της κομητείας και τα πρωτοπαλίκαρά του για να τον αναγκάσουν να πληρώσει το ποσό που του είχαν επιδικάσει για τη χρήση του νερού. Όταν λοιπόν η αστυνομία προσπάθησε να του κόψει την παροχή νερού, ο εξαγριωμένος Άρθουρ πήρε το τσεκούρι από τα χέρια εργάτη του και «χρησιμοποιώντας πολύ ακατάλληλη γλώσσα, μας είπε ότι δεν πρέπει να προχωρήσουμε» (σύμφωνα με τα κιτάπια της αστυνομίας). Ο Γκίνες κέρδισε με το απαράμιλλο επιχείρημά του κι έτσι διατήρησε τη ζωτικής σημασίας για τη ζυθοποιία του ελεύθερη παροχή νερού. Όντας πια στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, συνέχιζε να κρατά το τιμόνι της ομώνυμης εταιρίας, έχοντας βέβαια πια τους τρεις γιους στο πλευρό του. Πέρα από το σπίτι του στο Δουβλίνο, ο Γκίνες αγόρασε μια εξοχική κατοικία 51 στρεμμάτων έξω από την πρωτεύουσα, την οποία χρησιμοποιούσε για την αδιάκοπη ενασχόλησή του με τα κοινά. Ακούραστος φιλάνθρωπος και ασταμάτητος κυριολεκτικά στις αγαθοεργίες, υπηρέτησε από γραμματέας σε κοινωφελείς οργανώσεις μέχρι και πρόεδρος νοσοκομείου. Χάριζε μεγάλα ποσά σε σχολεία και δεν σταμάτησε να κάνει ποτέ πράξη αυτό που συνήθιζε να ακούει στο κυριακάτικο προτεσταντικό κήρυγμα: «Ο πλούτος σου είναι απόδειξη πως ο Θεός σε καλεί, χρησιμοποίησε λοιπόν την αφθονία σου για το καλό της ανθρωπότητας». Όταν ο αγαπημένος ζυθοποιός των Ιρλανδών έκλεισε τα μάτια του στις 23 Ιανουαρίου 1803, άφησε στην πολυπληθή του φαμίλια προσωπική περιουσία 23.000 λιρών (κοντά στο 1 εκατ. λίρες σε σημερινά μεγέθη), αλλά και μια ιδιαιτέρως ανθούσα εταιρία…


Οι επόμενες γενιές των Γκίνες ήταν αυτές που θα αναλάμβαναν το έργο να επεκτείνουν τη φίρμα στο εξωτερικό και κυρίως οι τρεις γιοι του, ο Άρθουρ Β’, ο Μπέντζαμιν και ο Ουίλιαμ. Αν και η τιμή πηγαίνει αναμφίβολα στον 35άρη όταν ανέλαβε καθήκοντα στο τιμόνι της φίρμας Άρθουρ Β’, ο οποίος βοηθούσε τον πατέρα στη ζυθοποιία ήδη από τα μικράτα του. Όταν ανέλαβε αυτός τα ηνία, η εντυπωσιακότατη παραγωγή της Guinness ανερχόταν σε 809.000 γαλόνια μπίρας τον χρόνο. Ψίχουλα βέβαια σε σχέση με την παρακαταθήκη του υιού, ο οποίος έκανε τη μαύρη μπίρα παγκόσμια μόδα, ξεπερνώντας κατά πολύ τον πατέρα του σε στατιστικά νούμερα. Κι αυτό γιατί κάτω από τη δική του διοίκηση οι ετήσιες πωλήσεις της μπίρας αυξάνονταν κατά 10% τον χρόνο. Κι έτσι στα 50 χρόνια που ήταν επικεφαλής της Guinness, ο Άρθουρ Β’ κατάφερε να εκτοξεύσει στην παραγωγή στα 4 εκατ. γαλόνια τον χρόνο! Μοναδικό πρόβλημα στη λειτουργία της Guinness ήταν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, όταν ο πόλεμος και η οικονομική κρίση που έφερε αυτός στις βαλίτσες του έριξαν τις πωλήσεις, αν και δεν απείλησαν την ευημερία της ζυθοποιίας. Τελευταίος απόγονος της δυναστείας που κράτησε τα σκήπτρα του κολοσσού πλέον ήταν ο Ρούπερτ Γκίνες (1874-1967), καθώς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η θέση του διευθύνοντος συμβούλου δινόταν πια σε εξωτερικούς μάνατζερ. Παρά ταύτα, ήταν στα χρόνια του Ρούπερτ όταν ιδρύθηκε το άλλο παγκόσμιο σύμβολο με την ονομασία Guinness, τα Παγκόσμια Ρεκόρ Γκίνες!

Ο θρύλος θέλει τον διευθυντή της ζυθοποιίας sir Hugh Beaver (1890-1967) να συζητά με παρέα μέσα σε παμπ για το κυνήγι που είχε πάει, εκμυστηρευόμενος στους φίλους του ότι δεν κατάφερε να χτυπήσει ούτε ένα βροχοπούλι. «Μα καλά, αυτό είναι το γρηγορότερο πουλί του κόσμου», του είπε ένας φίλος του, αφήνοντας τον μάνατζερ να ξύνει το κεφάλι του, αφού ούτε να το επιβεβαιώσει μπορούσε ούτε να το αμφισβητήσει. Τότε ήταν που συνέλαβε ο Hugh Beaver την ιδέα ότι στα μήκη και τα πλάτη της Γης πρέπει να εκτυλίσσονται χιλιάδες κυριολεκτικά φιλονικίες για κάθε τρελό και παράλογο, καθώς οι παρέες αρέσκονται να συζητούν τέτοια πράγματα με ένα ποτήρι μπίρας ανά χείρας. Αποφάσισε λοιπόν να σκαρώσει ένα βιβλίο που θα φιλοξενούσε επιβεβαιωμένες πληροφορίες για διάφορα πεδία της ανθρώπινης και όχι μόνο δράσης. Όχι πολύ αργότερα, ο Beaver συζήτησε την ιδέα του με μεγάλο λονδρέζικο εκδοτικό κι έτσι το Παγκόσμια Ρεκόρ Γκίνες ήταν πλέον γεγονός. Αν εξαιρέσουμε τη Βίβλο, παραμένει το πλέον ευπώλητο βιβλίο του κόσμου…

Axact

Παναγιώτης Στεφανιδάκης

Λάτρης της ποιοτικής μπύρας, διαδίδω το πάθος μου μέσω του Beeroskopio! Super User στο Untappd, homebrewer και αρθρογράφος του Συλλόγου Ερασιτεχνών Ζυθοποιών Ελλάδος δοκιμάζω συνεχώς νέες μπύρες να διευρύνω την γευστική μου παλέτα! Θα χαρώ να επικοινωνήσω μέσω social media ή στο stef82gr@hotmail.com σε οποιαδήποτε απορία σχετικά με τον κόσμο του ζύθου.

Post A Comment: