Η μπύρα παράγεται με τη μετατροπή του αμύλου, διάφορων αμυλούχων σπόρων, κυρίως του κριθαριού, σε οινόπνευμα, μετατροπή που πραγματοποιείται από κατάλληλους μύκητες. Επομένως υπάρχει μια ομοιότητα και μια διαφορά μεταξύ του κρασιού και της μπύρας. Και τα δύο περιέχουν οινόπνευμα που παράγεται από τη ζύμωση σακχάρων από μύκητες, αλλά στο μεν κρασί τα σάκχαρα αυτά προέρχονται απευθείας από το σταφύλι ενώ στην μπύρα προέρχονται από την ενζυματική διάσπαση του αμύλου των αμυλούχων σπόρων. Στην «παραδοσιακή» μπύρα τα ένζυμα παράγονται από τους ίδιους τους σπόρους, οι οποίοι διαβρέχονται και αφήνονται να φυτρώσουν. Κατά τη διαδικασία αυτή στους σπόρους παράγεται ένα ένζυμο, η αμυλάση, η οποία διασπά το άμυλο σε ένα σάκχαρο το οποίο αποτελείται από δύο μόρια γλυκόζης και ονομάζεται μαλτόζη. Στη συνέχεια οι μισοφυτρωμένοι σπόροι «ψήνονται», για να διακοπεί η διαδικασία της βλάστησης, και το προϊόν, το οποίο ονομάζεται βύνη, αλέθεται. Το «αλεύρι» που προκύπτει, ανακατεμένο με νερό, δίνει το ζυθογλεύκος, στο οποίο στη συνέχεια προστίθεται η μαγιά, που μετατρέπει τη μαλτόζη σε οινόπνευμα. Τέλος προστίθενται οι αρωματικές ουσίες που δίνουν το «ξεχωριστό» άρωμα της μπύρας, κυρίως ένα αρωματικό φυτό που ονομάζεται λυκίσκος.


Μαγιά που επιπλέει και μαγιά που βυθίζεται...
Τα βασικά χαρακτηριστικά μιας μπύρας εξαρτώνται κυρίως από το είδος των αμυλούχων σπόρων που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή της και από το είδος του μύκητα που χρησιμοποιείται για τη ζύμωση. Ετσι μπορούμε να φτιάξουμε μπύρα από κριθάρι, σιτάρι ή καλαμπόκι και να χρησιμοποιήσουμε μία από τις δύο βασικές διαδικασίες ζύμωσης, οι οποίες αναπτύχθηκαν σε δύο διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης. Στη μια διαδικασία, που αναπτύχθηκε στην Κεντρική Ευρώπη, χρησιμοποιείται ο μύκητας Saccharomyces pastorianus (από το όνομα το μεγάλου γάλλου χημικού Λουί Παστέρ που τον απομόνωσε πρώτος). Στη διαδικασία αυτή η ζύμωση λαμβάνει χώρα σε χαμηλές θερμοκρασίες (σε υπόγεια κελάρια), διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα και ο μύκητας κατακαθίζει στον πάτο του βαρελιού. Σε χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου η θερμοκρασία των κελαριών δεν είναι αρκετά χαμηλή, υπάρχει η ανάγκη τεχνητής ψύξης του ζυθογλεύκους. Γι' αυτό τα πρώτα ζυθοποιεία της Ελλάδας κατασκευάζονταν δίπλα σε παγοποιεία. Σήμερα δεν υπάρχει πια αυτή η ανάγκη, αφού η ψύξη επιτυγχάνεται με κλιματιστικά μηχανήματα. Η μπύρα που παρασκευάζεται με αυτή τη μέθοδο ονομάζεται Lager (από το όνομα της λέξης «αποθήκη» στα γερμανικά) και είναι αυτή που έχει μεγάλη κατανάλωση στην Κεντρική Ευρώπη και στην Ελλάδα. Η μπύρα Pilsner είναι ουσιαστικά μπύρα Lager με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε εκχύλισμα λυκίσκου. Στην άλλη διαδικασία, που αναπτύχθηκε κυρίως στην Αγγλία και στην Ιρλανδία, χρησιμοποιείται ο μύκητας Saccharomyces cerevisiae, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη γνωστή μαγιά της μπύρας που χρησιμοποιούμε στο ψωμί. Στη διαδικασία αυτή η ζύμωση λαμβάνει χώρα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, διαρκεί μικρότερο χρονικό διάστημα και ο μύκητας ανεβαίνει στην επιφάνεια του βαρελιού. Η μπύρα που παρασκευάζεται με αυτόν τον τρόπο ονομάζεται ale. Οι μπύρες porter και stout είναι ειδικότερες μορφές της μπύρας ale.


Η βύνη και το οινόπνευμα
Η ζύμωση μετατρέπει ένα μέρος της μαλτόζης της βύνης σε οινόπνευμα και το υπόλοιπο, μαζί με το παραμένον άμυλο, συμβάλλει στα ιδιαίτερα γευστικά χαρακτηριστικά της μπύρας. Η περιεκτικότητα της μπύρας σε οινόπνευμα αναγράφεται στη συσκευασία και είναι συνήθως γύρω στο 5%, παρ' όλο που στην αγορά κυκλοφορούν και μπύρες με περιεκτικότητα ως και πάνω από 20%. Επειδή η φορολογία της μπύρας σχετίζεται με την περιεκτικότητά της σε οινόπνευμα, είναι φανερό ότι οι πιο «δυνατές» μπύρες είναι και ακριβότερες. Δεν είναι όμως σίγουρα και οι πιο γευστικές, αφού η ποιότητα της μπύρας εξαρτάται και από την παραμένουσα ποσότητα αμύλου και μαλτόζης. Ως πριν από λίγες δεκαετίες έπρεπε να αναγράφεται στην ετικέτα της μπύρας η περιεκτικότητα του ζυθογλεύκους σε άμυλο, μετρημένη σε μια ειδική κλίμακα πυκνότητας. Σήμερα που αυτή η αναγραφή δεν είναι υποχρεωτική, θα πρέπει να βασιστούμε στα υπόλοιπα στοιχεία που μας δίνoυν το χρώμα της μπύρας και η ετικέτα, δηλαδή από τι είναι φτιαγμένη η μπύρα που αγοράζουμε. Η μπύρα Lager που καταναλώνεται ως επί το πλείστον στην Ελλάδα είναι κιτρινωπή, και για αυτόν τον λόγο αποκαλείται συνήθως ξανθιά. Οι σκουρόχρωμες μπύρες ανήκουν ως επί το πλείστον στην κατηγορία ale και το χρώμα τους οφείλεται είτε στο ότι η βύνη έχει «ψηθεί» περισσότερο είτε στο ότι στο ζυθογλεύκος έχει προστεθεί καραμελόχρωμα. Είναι φανερό πως το μεγαλύτερο μέρος του κόστους στην παρασκευή της μπύρας έχει η παραγωγή της βύνης, η οποία απαιτεί δοχεία για το φύτρωμα των σπόρων και κλιβάνους για τη διακοπή της βλάστησης. Ετσι παρασκευάζονται και μπύρες με πρώτη ύλη μη βυνοποιημένα δημητριακά, κυρίως ρύζι ή καλαμπόκι, το άμυλο των οποίων μετατρέπεται σε μαλτόζη με ένζυμα που προστίθενται «με το χέρι» στο ζυθογλεύκος, ενώ υπάρχουν και μπύρες στις οποίες προστίθεται απευθείας βιομηχανικά παρασκευασμένη μαλτόζη. Σε τελική ανάλυση όμως ο μοναδικός σίγουρος τρόπος για να «βαθμολογήσουμε» τη γευστική ποιότητα μιας μπύρας είναι απλά να τη δοκιμάσουμε!


Axact

Παναγιώτης Στεφανιδάκης

Λάτρης της ποιοτικής μπύρας, διαδίδω το πάθος μου μέσω του Beeroskopio! Super User στο Untappd, homebrewer και αρθρογράφος του Συλλόγου Ερασιτεχνών Ζυθοποιών Ελλάδος δοκιμάζω συνεχώς νέες μπύρες να διευρύνω την γευστική μου παλέτα! Θα χαρώ να επικοινωνήσω μέσω social media ή στο stef82gr@hotmail.com σε οποιαδήποτε απορία σχετικά με τον κόσμο του ζύθου.

Post A Comment: