Λεξιλόγιο μπύρας, Λεξικό μπύρας, Ορολογία μπύρας
Abbaye(ή Abdij): 
Βελγική μαύρη αφροζύμωτη μπύρα, δεν διαφέρει ουσιαστικά από την Trappiste. Μοναστήρια που δεν δικαιούνται να χρησιμοποιούν την ονομασία Trappiste, χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό Αbbaye για τη μπύρα τους. Συχνά οι μπύρες παρασκευάζονται από ιδιωτικές ζυθοποιίες με άδεια ή για λογαριασμό των μοναστηριών.
Ale: 
Αγγλική ονομασία για τις αφροζύμωτες μπύρες. Κυκλοφορούν Αle σε διάφορες γεύσεις, αλκοολικούς βαθμούς και χρώματα. Αναφέρουμε τους τύπους Bitter, Pale Ale, Golden Ale, Brown Ale, Amber Ale, Irish Ale, Scotch Ale, Mild, Old Ale, Barley Wine.
Alsterwasser: 
βλ. Radler
Altbier (ή απλά Alt): 
Γερμανική σκουρόχρωμη (κεχριμπαρένια έως μαύρη) αφροζύμωτη μπύρα, παράγεται κυρίως στην περιοχή του Duesseldorf. Οφείλει το όνομά της (Alt=παλιό) στο γεγονός ότι αντιστοιχεί στις μπύρες που παράγονταν στην περιοχή πριν τις τεχνικές καινοτομίες του 19ου αιώνα. Ενώ ζυμώνεται με αφροζύμες, στη συνέχεια υφίσταται μεταζύμωση σε χαμηλή θερμοκρασία, όπως οι Lager. Αλκοόλ 4.5-6%.
Amber Ale: 
Ale με κεχριμπαρένια χροιά, που μοιάζει αρκετά με την Altbier.

Barley Wine: 
Σημαίνει κατά λέξη “κρίθινος οίνος”. Δυνατή αφροζύμωτη μπύρα τύπου Ale. Ετσι ονομάζουν συνήθως οι άγγλικές ζυθοποιίες την πιο δυνατή μπύρα τους. Έχει συνήθως μπρούτζινο έως σκούρο καφέ χρώμα, έντονη γεύση βύνης και 7-11% αλκοόλ.
Berliner Weisse: 
Βερολινέζικος τύπος Weizen, με μικρή ωστόσο περιεκτικότητα σίτου. Αφροζύμωτη, κάπως θολή και με ελαφρά ξινή γεύση, οφειλόμενη στην προσθήκη λακτοβάκιλλων.
Biere Blanche: 
Γαλλόφωνη ονομασία για τη βελγική Witbier.
Biere de Garde: 
Αρχικά γαλλική ονομασία για χαλκόχρωμες, δυνατές, αφροζύμωτες μπύρες. Η μεταζύμωση γίνεται σε φιάλες, συνήθως τύπου σαμπάνιας. Σήμερα στην παρασκευή τους ενίοτε χρησιμοποιούνται και βυθοζύμες. Κατάγονται γενικά από τη συνοριακή ζώνη Βελγίου-Γαλλίας.
Bitter:
Μπύρα με μεγάλη προσθήκη λυκίσκου, στον οποίο οφείλει την έκδηλη πικράδα της. Στην Αγγλία η ονομασία αντιστοιχεί σε αφροζύμωτη βαρελίσια Ale με πολύ λυκίσκο και 3,5-4,5% αλκοόλ. Στην ηπειρωτική Ευρώπη παρασκευάζονται και βυθοζύμωτες μπύρες με αυτό το όνομα.
Black & Tan:
Μείγμα σκουρόχρωμης, αφροζύμωτης Ale ή Porter με ξανθή, βυθοζύμωτη Lager. Πρώτα μείγματα του είδους είχαν παρασκευαστεί τον 18ο αιώνα στην Αγγλία -τότε βέβαια ήταν αποκλειστικά αφροζύμωτη υπόθεση, δηλ. μείγμα ανοιχτόχρωμης και μαύρης Ale.
Bock:
Δυνατή βυθοζύμωτη μπύρα, με πάνω από 5,7% αλκοόλ, κυκλοφορεί σε διάφορες εκδοχές ανοικτού ή και σκούρου χρώματος, ενίοτε με ονομασίες όπως Maibock, Festbock κ.α. Το όνομα της μπύρας αυτής δεν προέρχεται από το γερμανικό Bock=κριάρι, αλλά με παραφθορά του ονόματος της πόλης Einbeck, όπου παρασκευάστηκε για πρώτη φορά το μεσαίωνα: ένας ζυθοποιός της πόλης αυτής εγκαταστάθηκε το 1612 στο Μόναχο και δίδαξε τη μπύρα αυτή -αλλά όχι το σωστό της όνομα- στους Βαυαρούς.
Bok:
Ολλανδική εκδοχή της Bock, σκουρόχρωμη με άνω των 6% αλκοόλ.
Brown Ale: 

Τύπος σκουρόχρωμης αφροζύμωτης Ale. Έχει έντονη γεύση βύνης και 4-6% αλκοόλ.


Chili-beer: 
Μπύρα, συνήθως τύπου Lager, στην οποία έχει προστεθεί καυτερή πιπεριά τσίλι κατά την ωρίμαση. Είναι αρκετά καυτερή.
Colabier: 
Μείγμα Cola με μπύρα (Bock, Pils, Export ή και Weizen). Παραδόξως αυτό το ανοσιούργημα κυκλοφορεί και εμφιαλωμένο.
Cream Ale:
Αμερικάνικος χαρακτηρισμός για ανοιχτόχρωμες, ελαφρές και απαλές στη γεύση Αle, που ζυμώνονται με αφροζύμες με τη μέθοδο της υψηλής θερμοκρασίας, αλλά ωριμάζουν σε χαμηλές θερμοκρασίες, όπως οι Lager. Αλκοόλ συνήθως 4-6%.
Cream Stout:
Άλλο όνομα για τις Sweet Stout.



Dinkel: 
Ειδική μπύρα με βύνη από το δημητριακό ζέα, κοινώς ασπροσίτι (γερμ. Dinkel), αντί για κριθάρι.
Doppelbock: 
Ειδικός, σκουρόχρωμος, πολυ δυνατός τύπος Bock (7,5-14% αλκοόλ). Η υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα δεν οφείλεται σε διπλή ζύμωση, αλλά σε ζυθογλεύκος με άνω των 18% σάκχαρα. Παρασκευάστηκε για πρώτη φορά από τους Φραγκισκανούς καλόγερους του Μονάχου. Παραδοσιακά όλες οι εμπορικές ονομασίες των Doppelbock (= διπλό Bock) φέρουν την κατάληξη -ator.
Dort:
Βελγική-ολλανδική σύντμηση για τον τύπο Dortmunder Export.
Dortmunder Export: 
βλ. Export.
Double:
Βελγικός τύπος δυνατής αφροζύμωτης μπύρας. Ο χαρακτηρισμός μπορεί να συνοδεύει τις ονομασίες Trappiste ή Abbaye. Οφείλει το όνομά της στο ότι υφίσταται διπλή ζύμωση. Αλκοόλ 7-10%.
Dry Beer:
Βυθοζύμωτος τύπος που θυμίζει Pils, αγαπητός ιδίως στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, με “κοφτή”, ξηρή γεύση.
Dry Stout:
Ο πιο διαδεδομένος τύπος Stout. Έχουν μαύρο χρώμα, γεμάτη, ξηρή γεύση καβουρντισμένης βύνης, έντονο άρωμα και κρεμώδη αφρό. Παρασκευάζονται κυρίως στην Ιρλανδία, απ’ όπου και οι πιο γνωστές στην Ελλάδα μάρκες του είδους. Ξεκίνησαν την ιστορία τους ως ιρλανδέζικη εκδοχή των σκοτσέζικων Porter. Στην παρασκευή ορισμένων χρησιμοποιούνται και στρείδια(;!). Περιεκτικότητα σε αλκοόλ 3-5.5%
Dubbel:
Φλαμανδική εκδοχή του βαλλονικού όρου Double.
Dunkel (ή Dunkles): 

Αόριστος γερμανικός χαρακτηρισμός για σκοτεινόχρωμες μπύρες. Κοινό γνώρισμα, πλην του χρώματος, η έντονη γεύση βύνης, αποτέλεσμα της έντονης και παρατεταμένης φρύξης κατά τη βυνοποίηση.
Duvel: 
Ιδιαίτερος τύπος δυνατής αφροζύμωτης μπύρας του βελγικού ζυθοποιείου Moortgart, με τριπλή ζύμωση. Αρχικά μόνο σκουρόχρωμη, από το 1970 και σε ανοικτόχρωμη βερσιόν.


Eisbock: 
Ειδικός, ακόμη πιο δυνατός τύπος Doppelbock, που παράγεται με δυνατή ψύξη και πάγωμα μέρους της μπύρας. Το νερό, που έχει υψηλότερο σημείο πήξης από το οινόπνευμα, σχηματίζει πάγο στην επιφάνεια του δοχείου, ο οποίος στη συνέχεια αφαιρείται. Έτσι η μπύρα “αφυδατώνεται”. Έχει κεχριμπαρένιο έως μαύρο χρώμα, γεμάτη γεύση και 10-14.5% αλκοόλ.
Εxport: 
Τύπος Lager. Ξανθή, βυθοζύμωτη μπύρα, με βαρύτερη, πιο βυνώδη, αλλά λιγότερο “ξηρή” γεύση από τις Pils. Πήρε το όνομα της από το γεγονός ότι βράζεται εντονότερα, ούτως ώστε συντηρείται περισσότερο -αυτό ήταν παλιότερα σημαντικό για τη μεταφορά και την εξαγωγή της. Συνώνυμοι είναι οι όροι Gold και Spezial. Παρασκευάστηκε πρώτη φορά στο Dortmund, όπου και κυριαρχεί στην αγορά υπό την παραδοσιακή ονομασία Dortmunder Export. Παρόμοια είδη είναι το Muenchner Helles και το Wiener Export.



Faro: 
Φυσικής ζύμωσης Lambic με προσθήκη ζάχαρης, που παράγεται κυρίως στις Βρυξέλλες. Κυκλοφορεί και εμφιαλωμένη, αλλά σε πολλά βελγικά καταστήματα σερβίρεται ως Lambic συνοδευόμενη από ζαχαριέρα, ούτως ώστε ο πελάτης να αποφασίσει μόνος του πόσο γλυκιά θα την πιει.
Festbier: 
Αόριστος γερμανικός χαρακτηρισμός για μπύρα, οιουδήποτε τύπου, που παρασκευάζεται μόνο για συγκεκριμένες εορταστικές περιστάσεις, όπως λ.χ. το Wies’n της Μοναχέζικης Oktoberfest.
Framboise: 
Τύπος Lambic, που παράγεται με προσθήκη βατόμουρων κατά τη ζύμωση. Περιεκτικότητα σε αλκοόλ συνήθως 5,5-6%.
Fruit-beer/Fruchtbier:
Μπύρα που παρασκευάζεται με προσθήκη φρούτων (υπό μορφήν καρπών ή και ανθέων) κατά το βρασμό του ζυθογλεύκους. Μπορεί να είναι αφροζύμωτη ή βυθοζύμωτη, ανοικτόχρωμη ή μαύρη. Οι μπύρες αυτές δεν είναι γλυκές, αφού τα σάκχαρα ζυμώνονται προς αλκοόλη, διατηρούν όμως χαρακτηριστικό άρωμα. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα ποτά που προέρχονται από πρόσμειξη χυμού φρούτου σε έτοιμη, ζυμωμένη μπύρα (Fruit-mix beer).



Gueuze: 
Μείγμα από παλαιές και φρέσκες Lambic. Οι μπύρες αυτές υφίστανται μεταζύμωση στη φιάλη, γι’ αυτό και έχουν αρκετό αναθρακικό, αντίθετα με τις περισσότερες Lambic. Έχουν κατά κανόνα “καπνιστό” άρωμα και όξινη γεύση.
Gold: 
Άλλος, συχνά χρησιμοποιούμενος χαρακτηρισμός για τις Export. Η λέξη προέρχεται από την απόχρωση που έχουν συνήθως οι μπύρες αυτές.
Golden Ale: 
Αφροζύμωτος τύπος Ale με αχυρένιο έως χρυσό χρώμα, απαλή γεύση και 3,5-5% αλκοόλ. Παρασκευάζεται κυρίως στην Αμερική και οφείλει τους χαρακτήρες του στη χρήση, εκτός της βύνης κριθαριού, έως και 40% ρυζιού ή καλαμποκιού.

Hefeweizen (ή Hefeweissbier ή και απλά Hefe): 
Ο πλέον αγαπητός τύπος Weizen στη Βαυαρία. Κατά λέξη σημαίνη “ζυμοσιταρένια”. Σιταρένια, αφροζύμωτη μπύρα με παρουσία μαγιάς και μεταζύμωση στη φιάλη. Αναφέρεται και ως Weizen “φυσικής Θολότητος” (naturtrueb). Παράγεται είτε με διοχέτευση αφιλτράριστης της ζυμωμένης μπύρας στη φιάλη, είτε με προσθήκη μαγιάς από τη δεξαμενή ζύμωσης στην ήδη φιλτραρισμένη και διάφανη Kristallweizen. Στη μαγιά οφείλεται και το χαρακτηριστικό ίζημα. Ανάλογα με τη μέθοδο παραγωγής ποικίλλει ελαφρά τo (αμυδρά φρουτώδες) άρωμα και η γεύση, που γενικά έχει ελάχιστη πικράδα και ρέπει μάλλον προς το γλυκόξινο. Συνήθως έχει χρώμα ανοικτό κεχριμπαρένιο. Υπάρχει όμως και η σκουρόχρωμη Dunkles Weizen, που έχει πιο βυνώδη γεύση. Αλκοόλ 4,5-5,5%.
Hell(es) ή Muenchner Hell(es): 
Νοτιογερμανικός τύπος Export, του οποίου η ιστορία ξεκινά από το Μόναχο. Μοιάζει πολύ με την Export της Βιέννης και του Dortmund. Έχει χρώμα αχυρένιο έως χρυσό, έντονη βυνώδη γεύση (ακόμα και σε σχέση με τις λοιπές Export) και σχεδόν απόντες χαρακτήρες
λυκίσκου. Αλκοόλ 4,5-5,5%.

Ice-beer: 
Μπύρες, συνήθως τύπου απλής Lager ή Pils, όπου με πάγωμα επετεύχθη μετουσίωση (“πήξη”) και εν συνεχεία απομάκρυνση μέρους των πρωτεϊνών. Υποτίθεται πως έτσι επιτυγχάνεται μια πιο απαλή και “καθαρή” γεύση.
Imperial Stout: 
Ονομασία για πολύ δυνατές Porter, που ενίοτε αναφέρονται για ευνόητους λόγους και ως Winter Warmer.
India Pale Ale: 
Πρόκειται για Pale Ale με πολύ λυκίσκο και κάπως αυξημένη περιεκτικότητα αλκοόλης, οφειλόμενη στο πλούσιο σε σάκχαρα ζυθογλεύκος και όχι σε διπλή ζύμωση. Τα χαρακτηριστικά αυτά βοηθούσαν τη μπύρα να συντηρηθεί περισσότερο, γεγονός που επέτρεπε, στα χρόνια του ένδοξου British Empire, την μεταφορά και κατανάλωσή της στην Ινδία.
Irish Ale:
Αφροζύμωτος ιρλανδικός τύπος. Απαλή γεύση με έντονο χαρακτήρα βύνης και τυπικό “φρουτώδες” άρωμα των Ale. Συνήθως κοκκινωπής απόχρωσης.


Kellerbier:
Κατά λέξη “μπύρα του κελαριού” στα γερμανικά. μπύρες θολές, αφιλτράριστες, με έντονη γεύση λυκίσκου και σχεδόν καθόλου ανθρακικό.
Klosterbier: 
Ονομασία που σύμφωνα με το γερμανικό νόμο επιτρέπεται να φέρουν μόνο μπύρες (κάθε είδους) που παράγονται στα μοναστήρια -όχι δηλ. οι “μοναστηριακές” ιδιωτικών ζυθοποιείων που εξασφαλίζουν την άδεια και την ευλογία κάποιας μονής, όπως π.χ. αρκετές από τις Abbaye.
Koelsch: 
Δημοφιλής στη Γερμανία μπύρα που παρασκευάζεται μόνο στην Κολωνία και τα περίχωρά της. Πρόκειται για υβριδικό τύπο, που ζυμώνεται σε υψηλές θερμοκρασίες με αφροζύμες, αλλά υφίσταται μεταζύμωση-ωρίμαση σε χαμηλές θερμοκρασίες 0-4 βαθμών, όπως οι βυθοζύμωτες τύπου Lager. Έτσι έχει το ξανθό χρώμα και τη διαύγεια των Pils, αλλά και το “φρουτώδες” άρωμα των Ale. Αλκοόλ 4-5%.
Kraeusen:
Τύπος Kellerbier, στον οποίο κατά την εμφιάλωση αναμειγνύεται ωριμασμένη και φρέσκια μπύρα και προστίθεται μαγιά, ούτως ώστε να γίνει μερική μεταζύμωση στο μπουκάλι.
Kriek:
Ονομασία για βελγικές φυσικής ζύμωσης Lambic που πρίν τη ζύμωσή τους προστέθηκαν κεράσια. Βλ. Fruchtbier.
Kristallweizen:
Διαυγής, χωρίς ίζημα Weizen, σιταρένια και αφροζύμωτη. Αντίθετα με την Hefeweizen, η Kristall φιλτράρεται ή φυγοκεντρείται. Επίσης δεν προστίθεται μαγιά και στη φιάλη (όπου φυσικά και δε συμβαίνει μεταζύμωση). Έτσι έχει πιο απαλή, λεία γεύση, χωρίς όμως το χαρακτηριστικό “φρουτώδες” άρωμα των Hefeweizen. Οινόπνευμα 4,5-5,5%.
Kruidenbier:
Στα φλαμανδικά “μπύρα βοτάνων”. Βελγική ονομασία για μπύρες, συνήθως αφροζύμωτες, στις οποίες προστέθηκαν διάφορα μαντζούνια, όπως π.χ. γλυκάνισος, κεδρόμηλο, πιπερόρριζα, κορίανδρο κ.α. Ας υπενθυμίσουμε πως αυτές οι σπάνιες σήμερα πρακτικές μέχρι και το μεσαίωνα, πριν την αναβίωση της χρήσης του λυκίσκου, αποτελούσαν τον κανόνα.
Lager: 
Υπό την ευρεία έννοια, Lager μπορεί να ονομαστεί κάθε βυθοζύμωτη μπύρα. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει και τις Pils, Bock, Export κ.τ.λ. Η λέξη Lager σημαίνει “αποθήκη” και αναφέρεται στα υπόγεια, παγωμένα κελλάρια όπου γινόταν η ζύμωση “χαμηλής Θερμοκρασίας” και -κυρίως- η μακρόχρονη ωρίμαση της μπύρας σε συνθήκες ψύχους. Ο όρος, παρ’ ότι γερμανικός, χρησιμοποιείται σήμερα εκτός Γερμανίας για να υποδηλώσει τις “κοινές” ξανθές Lager, όσες δηλαδή δεν αντιστοιχούν σε κάποια συγκεκριμένη ειδικότερη κατηγορία (αν και συχνά πρόκειται ουσιαστικά για Export). Lager υπό τη στενότερη αυτή έννοια είναι οι περισσότερες ευρείας κατανάλωσης μπύρες στην Ελλάδα: τις γνωρίζουμε όλοι και δεν χρήζουν περιγραφής.
Lambic: 
Βελγική σιταρένια μπύρα παραγόμενη με φυσική (αφρο)ζύμωση, χωρίς δηλαδή προσθήκη μαγιάς στο ζυθογλεύκος. Ας θυμηθούμε ότι παλιά όλες οι μπύρες ήταν φυσικής ζύμωσης και, εκτός από την ειδική -ελλείψει τεχνητής ψύξης γαρ- περίπτωση που θα ζυμώνονταν σε χαμηλές θερμοκρασίες, δηλαδή ευνοϊκές για τις βυθοζύμες, ήταν αφροζύμωτες (η θερμοκρασία ήταν ο μόνος τρόπος καθορισμού του είδους της ζύμωσης, και αυτός επισφαλής και δύσκολος). Επανερχόμαστε: Οι Lambic γενικά έχουν ξηρή όξινη γεύση, που περιγράφεται και ως “γαιώδης”, και καθόλου ανθρακικό. Στη διαμόρφωση του περίπλοκου αυτού χαρακτήρα, εκτός από τις γνωστές ζυθοζύμες, συμβάλλουν και άλλοι μικροοργανισμοί, όπως ο Brettanomyces lambicus και ο Brettanomyces bruxellensis. Παράγονται κυρίως στην περιοχή της κοιλάδας του Senne. Συχνά οι Lambic ζυμώνονται με τη συμμετοχή διαφόρων φρούτων, πρακτική που δίνει είδη όπως Kriek, Framboise, Pecheresse κ.α.
Leichtbier/Light Beer: 
Μπύρες που έχουν μικρότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ, συνήθως περίπου τη μισή, από τις κανονικές αντίστοιχες τους. Κυκλοφορούν σε διάφορες εκδοχές, όπως Pils, Weizen, Koelsch, “απλές” Lager κ.ο.κ. Συνήθως περιέχουν και λιγότερες θερμίδες. Παρασκευάζονται είτε με τεχνητή αφαίρεση του οινοπνεύματος, είτε με ζύμωση ζυθογλεύκους μικρότερης περιεκτικότητας σε σάκχαρα.

Malt Liquor: 
Δυνατές βυθοζύμωτες Lager. Παρά το όνομά τους δεν έχουν έντονη γεύση βύνης, ούτε θυμίζουν λικέρ. Ένας από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούν ζυθοποιίες του αγγλοσαξωνικού χώρου για τις πιο δυνατές μπύρες της παλέτας τους.
Malzbier:
Γερμανική ονομασία για “μπύρες” με ελάχιστο έως καθόλου αλκοόλ (0-1,5%). Συνήθως σκοτεινόχροες, γλυκερές, με έντονη γεύση βύνης και σχεδόν απόντες τους χαρακτήρες του λυκίσκου. Στη Γερμανία πίνεται συχνά από παιδιά ως αναψυκτικό.
Maerzen: 
Τύπος (βυθοζύμωτης φυσικά) Lager με έντονη γεύση βύνης, αλλά και αντιληπτή πικράδα λυκίσκου, συγγενής με τις Export και ιδίως με τη Wiener (Vienna Lager/Export). Έχει χρώμα από κεχριμπαρένιο μέχρι χάλκινο και οινόπνευμα 4,5-6,5%. Παρασκευάζεται στη Βαυαρία. Το όνομα σημαίνει “Μάρτης” και ανάγεται στο γεγονός ότι πριν την εφεύρεση των ψυκτικών μηχανών βραζόταν και ζυμωνόταν το Μάρτη, για να αποθηκευθεί και να ωριμάσει στη συνέχεια σε κρύα κελλάρια τους επόμενους μήνες, ούτως ώστε να καταναλωθεί το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Αυτού του τύπου είναι η μπύρα της Oktoberfest, της γνωστής ετήσιας φθινοπωρινής γιορτής της μπύρας του Μονάχου.
Mild (Ale):
Αγγλικός αφροζύμωτος τύπος Ale. Οφείλει το όνομά του στον απαλό χαρακτήρα λυκίσκου. Μπορεί να έχει έντονη, αλλά όχι πικρή γεύση. Το χρώμα μπορεί να είναι σκούρο ή ανοικτό. Μέτρια περιεκτικότητα σε αλκοόλ.
Milk Stout:
Αλλη, παλαιότερη ονομασία για τις Sweet Stout.
Muenchner/Munich:
Μοναχέζικος τύπος Lager με σκούρο καφέ χρώμα. Έχει έντονη γεύση και άρωμα καβουρντισμένης βύνης, που θυμίζει κάπως ψωμί. Αλκοόλ 5-5,5%.
Muenchner Helles:
βλ. Helles.

Oatmeal Stout: 
Μία Stout στην παρασκευή της οποίας συμπληρωματικά χρησιμοποιήθηκε άλευρο βρώμης. Έχουν απαλή, αλλά σύνθετη γεύση που θυμίζει αμυδρά καβουρντισμένο καφέ ή σοκολάτα, ενώ οι χρακτήρες του λυκίσκου απουσιάζουν. Αλκοόλ 3-6%.
Oktoberfestbier: 
Η κυριότερη μπύρα της Oktoberfest του Μονάχου, τύπου Maerzen. Λέγεται και Wies’n.
Old Ale: 
Αγγλικός αφροζύμωτος τύπος μπύρας Ale. Έχει απαλή, ελαφρά γλυκιά γεύση, οφειλόμενη στο γεγονός ότι η ζύμωση δεν ολοκληρώνεται, ούτως ώστε να παραμένει στη μπύρα ένα σημαντικό τμήμα των σακχάρων του ζυθογλεύκους. Είναι ωστόσο κανονική έως δυνατούτσικη όσον αφορά την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Κατά κανόνα σκουρόχρωμη.

Pale Ale: 
Αφροζύμωτη Ale, παρόμοια με τη Bitter στην πικράδα του λυκίσκου και τον “μπρούσκο” χαρακτήρα, αλλά εμφιαλωμένη και μάλιστα με ωρίμαση εντός της φιάλης. Είναι επίσης λίγο πιο δυνατή (4,5-5,5% αλκοόλ) και γενικά καλύτερης ποιότητος. Παρασκευάζεται από ειδική “βύνη Pale Ale”, που δίνει ένα χρώμα -λιγότερο χλωμό από αυτό που υπονοεί το όνομα- κεχριμπαρένιο έως χάλκινο.
Pilsator:
Ιδιαίτερος τύπος Lager, κάτι ανάμεσα σε Pils και Export, που θα τον βρεί κανείς μόνο στην περιοχή της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Παρά την χαρακτηριστική κατάληξη “-ator” δεν έχει καμία σχέση με τις Doppelbock. Το είδος απειλείται με εξαφάνιση.
Pilsner (ή απλά Pils): 
Τύπος ξανθής βυθοζύμωτης Lager με πολύ λυκίσκο, στον οποίο οφείλει την πικράδα και τον “ξηρό” χαρακτήρα. Αλκοόλ 4-5%. Η μπύρα οφείλει το όνομά της στην τσέχικη πόλη Plzen (γερμ. Pilsen), όπου παρασκευάστηκε πρώτη φορά το 1842, για να γίνει στη συνέχεια αγαπητή σε όλη την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Σήμερα υπάρχουν και μερικές μαύρες Pils.
Porter:
Σκουρόχρωμος αφροζύμωτος τύπος του αγγλοσαξωνικού χώρου, με αρχική καταγωγή το Λονδίνο. Πήρε το όνομά του από τους λιμενεργάτες των ντοκ (αγγλ. porters). Αρχικά δεν διέφερε από τις Stout, σήμερα όμως έχει πιο απαλή γεύση. Έχει χρώμα καφέ με κοκκινωπές ανταύγειες και 4,5-6% αλκοόλ.

Radler: 
Έτσι ονομάζεται στη νότιο Γερμανία το -συχνά εμφιαλωμένο- μείγμα μπύρας Export και λεμονάδας. Στο βορρά το λένε Alsterwasser. Μας παρηγορεί η σκέψη ότι το πίνουν όχι οι φίλοι της μπύρας, αλλά εκείνοι που, αν δεν υπήρχε, θα έπιναν σκέτη λεμονάδα.
Rauchbier: 
Σημαίνει στα γερμανικά “καπνιστή μπύρα” και είναι μπύρα στην οποία, κατά τη βυνοποίηση, η ξήρανση της βύνης γίνεται στον καπνό φωτιάς από ξύλο οξιάς. Έχει χαρακτηριστικό καπνιστό άρωμα και γεύση. Στους λοιπούς χαρακτήρες θυμίζει συνήθως Maerzen.
Red Ale (ενίοτε απλά Red): 
Χαρακτηρισμός αφροζύμωτης Ale κόκκινου έως καφεκόκκινου χρώματος. Ο όρος δε λέει κάτι ιδιαίτερο για το είδος και τη διαδικασία παρασκευής. Συνήθως πρόκειται για Irish Ale ή Scottish Ale.
Roggen:
Αφροζύμωτη μπύρα από σίκαλη, μοιάζει με τη Weizen. Εξαιρετικά σπάνια, ακόμη και στη Γερμανία.
Rousse:
Η γαλλική ονομασία των Red Ale.

Saison: 
Αφροζύμωτη μπύρα από το νότιο Βέλγιο με στυφή-ξινή γεύση. Πριν την ανακάλυψη της τεχνητής ψύξης παρασκευαζόταν στα τέλη της άνοιξης για θερινή κατανάλωση -εκεί οφείλει και το όνομά της.
Schankbier: 
Αλλη γερμανική ονομασία για τη Leichtbier.
Schwarzbier: 
Στα γερμανικά “μαύρη μπύρα”. Υπό την ονομασία αυτή κυκλοφορούν στη Γερμανία κυρίως βυθοζύμωτες μαύρες μπύρες με γευστικούς χαρακτήρες που θυμίζουν Pils, αν εξαιρεθεί η έντονη γεύση καβουρντισμένης βύνης. Αναφέρονται και ως “Μαύρες Pils”.
Scottish (Scotch) Ale
Αφροζύμωτος σκοτσέζικος τύπος Ale με χρώμα χρυσό-καφέ έως σκούρο καφέ ή και μαύρο. Εχει “γεμάτη” γεύση χωρίς (ή με ελάχιστη) πικράδα λυκίσκου, αλλά με έντονο, ενίοτε “γλυκερό” χαρακτήρα καβουρντισμένης βύνης. Κυκλοφορεί σε τέσσερις παραλλαγές με τα ονόματα Light, Heavy, Export και Strong, τα οποία χαρακτηρίζονται αντίστοιχα και με τους παράξενους αριθμούς 60/-, 70/-, 80/- και 90/-. Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι περιεκτικότητες οινοπνεύματος -αυτές φτάνουν μέχρι και 7-7,5% στις Strong (90/-).
Speciale: 
Έτσι ονομάζουνε στη Γαλλία συνήθως τις μπύρες με άνω των 5% αλκοόλ. Στο Βέλγιο παραδόξως ονομάζουν έτσι τις περισσότερες “μη ειδικές” μπύρες.
Spezial: 
Αλλη ονομασία για τις Export. Ενίοτε όμως η ονομασία χρησιμοποιείται στη Γερμανία για “πιο δυνατές” Export, συχνά μπύρες εορτών. Επί παραδείγματι η Wies’n της μοναχέζικης Οktoberfest, που ουσιαστικά ανήκει στις Maerzen, χαρακτηρίζεται ενίοτε ως Spezial.
Starkbier:
“Δυνατή μπύρα” που ορίζεται από το γερμανικό νόμο (για φορολογικούς σκοπούς) ως μπύρα παρασκευαζόμενη με ζύμωση ζυθογλεύκους περιεκτικότητας 16-28% σε σάκχαρα -κάτι που βέβαια αντανακλάται και στους οινοπνευματικούς βαθμούς της έτοιμης μπύρας. Πρόκειται φυσικά για δυνατές μπύρες, ο όρος ωστόσο δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο είδος.
Steam Beer:
Βυθοζύμωτη σπεσιαλιτέ από το Σαν Φρανσίσκο. Οφείλει το όνομά της στις -ελλείψει πάγου- σχετικά υψηλές (για Lager) Θερμοκρασίες ωρίμασης-μεταζύμωσης, που οδηγούσε σε υπερβολική απελευθέρωση ανθρακικού, με αποτέλεσμα να βγαίνει “ατμός” κατά το ξετάπωμα των βαρελιών στη μπυραρία.
Steinbier:
“Μπύρα της πέτρας” στα γερμανικά. Σπάνια σπεσιαλιτέ με καπνιστό άρωμα και γεύση, χάρη στην παρακάτω διαδικασία: Πυρωμένες πέτρες βυθίζονται στο άβραστο ζυθογλεύκος, ούτως ώστε να αποκτήσουν κρούστα από καραμελωμένα σάκχαρα. Οι πέτρες αφαιρούνται και τοποθετούνται μετά στα δοχεία ωρίμασης της μπύρας.
Sticke:
Παραδοσιακή ονομασία των Altbier στο Duesseldorf.
Stout:
Αφροζύμωτο είδος μπύρας με σκούρο χρώμα, αρχικά ιρλανδικής καταγωγής. Γενικά έχουν χαρακτήρες καβουρντισμένης βύνης, συχνά μάλιστα η γεύση τους αφήνει εντύπωση καραμέλας ή σοκολάτας. Μοιάζουν με τις Porter, που είναι συγγενές είδος. Υπάρχουν οι τύποι Sweet Stout, Dry Stout, Imperial Stout και Oatmeal Stout.
Sweet Stout:
Παλιότερα λεγόταν και Cream Stout ή Milk Stout. Είναι γλυκιές Stout, συχνά με προσθήκη γαλακτοσάκχαρου (λακτόζης). Ενίοτε είναι πολύ φτωχές σε οινόπνευμα. Λόγω της γλυκιάς τους γεύσης συνοδεύουν ευχάριστα διάφορα επιδόρπια.
Trappiste: 
Το όνομα αυτό δικαιούνται να φέρουν μόνο μπύρες από μοναστήρια Τραππιστών καλόγερων -έξι στο Βέλγιο και ένα στην Ολλανδία. Παρόμοιες μπύρες σχετιζόμενες με άλλα μοναστήρια φέρουν το χαρακτηρισμό Abbaye. Πρόκειται για μπύρες αφροζύμωτες, δυνατές (7-10% αλκοόλ), συνήθως σκούρου χρώματος (βαθύ χρυσό έως σκούρο καφέ) , με έντονη φουτώδη γεύση και έντονο άρωμα, χωρίς πικράδα λυκίσκου. Μεταζυμώνονται στη φιάλη με μαγιά, η οποία σχηματίζει χαρακτηριστικό ίζημα. Υφίστανται διπλή ή τριπλή ζύμωση, οπότε στα φλαμανδικά χαρακτηρίζονται αντίστοιχα ως Dubbel ή Tripel.
Tripel (γαλλιστί Triple): 
Τριπλής ζύμωσης δυνατές αφροζύμωτες βελγικές μπύρες. Έχουν συχνά κάπως πιο ανοιχτό χρώμα από τις Double (φλαμανδ. Dubbel), γεγονός που σχετίζεται με τη χρησιμοποιούμενη βύνη και όχι με τις ζυμώσεις. Κατά κανόνα εντάσσονται στις Trappiste ή στις Abbaye.

Vienna Lager: 
Η αγγλική ονομασία της Wiener Export.

Weizen (ή Weissbier): 
Γερμανική αφροζύμωτη μπύρα από τουλάχιστον 50% βύνη σιταριού. Συνήθως ξανθή έως κεχριμπαρόχρωμη, κυκλοφορεί ως διαυγής Kristallweizen ή ως θολή Hefeweizen με μαγιά στο μπουκάλι. Το άρωμα είναι γενικά κάπως φρουτώδες (σε μερικές θυμίζει αμυδρά μπανάνα) και η γεύση ελαφρά γλυκόξινη. Έχουν αρκετό ανθρακικό. Υπάρχει και σκούρα Hefeweizen (Dunkles Weizen), με πιο έντονη γεύση βύνης καθώς και η δυνατή Weizenbock. Οι γνωστότερες Weissbier παρασκευάζονται στη Βαυαρία.
Weizenbock: 
Δυνατή αφροζύμωτη σιταρένια μπύρα τύπου Weizen, ανοικτόχρωμη ή σκουρόχρωμη, με 6,5-7,5% αλκοόλ.
Weizenradler: 
Τύπος Radler, όπου η λεμονάδα ανακατεύεται με μπύρα Weizen.
Wiener Export:
Αναφέρεται και ως Wiener Lager ή απλά Wiener. Είδος βυθοζύμωτης Lager και δη τύπου Export, με κεχριμπαρένιο έως ανοιχτό χάλκινο χρώμα. Έχει γεύση βύνης, σαφή πικράδα λυκίσκου και γλυκό-βυνώδες άρωμα. Αλκοόλ 4,5-6%. Η μπύρα αυτή ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της από τη Βιέννη το 1841 και σ’ αυτήν είναι βασισμένη η βαυαρική Maerzen, όπως αυτή της γνωστής γιορτής της μπύρας, της Oktoberfest.
Wies’n:
Έτσι ονομάζουν οι κάτοικοι του Μονάχου την Oktoberfest και κατ’ επέκτασιν τη μπύρα που σερβίρεται στην πανήγυρη αυτή, η οποία είναι τύπου Maerzen. Η λέξη προέρχεται από την Theresienwiese, δηλ. “Λιβάδι της Τερέζας”, όπου λαμβάνει χώρα η γιορτή.
Winter Warmer:
Άλλο όνομα για τις Imperial Stout.
Witbier:
Βελγική αφροζύμωτη μπύρα από βυνοποιημένο και μη βυνοποιημένο σιτάρι, με ξανθό χρώμα, ελαφρά θολό. Καρυκεύεται με φλούδες πορτοκαλιών curacao, κορίανδρο ή άλλα καρυκεύματα. Οι Witbier ωριμάζουν στη φιάλη και έχουν περίπλοκο γλυκό-ξηρό και φρουτώδη χαρακτήρα, με ελαφριά αλλά αντιληπτή πικράδα λυκίσκου. Αλκοόλ 4,5-5%.
Axact

Παναγιώτης Στεφανιδάκης

Λάτρης της ποιοτικής μπύρας, διαδίδω το πάθος μου μέσω του Beeroskopio! Super User στο Untappd, homebrewer και αρθρογράφος του Συλλόγου Ερασιτεχνών Ζυθοποιών Ελλάδος δοκιμάζω συνεχώς νέες μπύρες να διευρύνω την γευστική μου παλέτα! Θα χαρώ να επικοινωνήσω μέσω social media ή στο stef82gr@hotmail.com σε οποιαδήποτε απορία σχετικά με τον κόσμο του ζύθου.

Post A Comment:

0 comments: